Μετάφραση του "laag" σε Ελληνικά

Οι στρώμα, στρώση, επικάλυμμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "laag" σε Ελληνικά.

laag adjective noun masculine γραμματική

iets dat zich in twee richtingen uitstrekt maar in de derde een beperkte dikte heeft [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • στρώμα

    noun neuter

    iets dat zich in twee richtingen uitstrekt maar in de derde een beperkte dikte heeft

    De lagen scheiden de lagen ball clay, bruinkoolhoudende ball clay en zand.

    Η διαστρωμάτωση παρενθέτει στρώματα πλαστικής αργίλου, λιγνιτικής πλαστικής αργίλου και άμμου.

  • στρώση

    noun feminine

    De bovenste laag filodeeg moet goed aansluiten op de vulling eronder.

    Η ανώτερη στρώση φύλλου πρέπει να μην αποσπάται από την τελευταία στρώση γέμισης.

  • επικάλυμμα

    noun neuter
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • χαμηλός
    • φύλλο
    • επίχρισμα
    • διάστρωση
    • επίπεδο
    • κοίτασμα
    • επίστρωμα
    • στιβάδα
    • τάξη
    • υπόστρωμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " laag " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "laag" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "laag" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη