Μετάφραση του "laxerende" σε Ελληνικά

Οι καθαρτικός, υπακτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "laxerende" σε Ελληνικά.

laxerende
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • καθαρτικός

    adjective masculine

    Het comité wijst er ook op dat erytritol een laxerende werking heeft, maar bij een hogere dosis dan andere polyolen.

    Η επιστημονική επιτροπή τροφίμων σημειώνει επίσης ότι η ερυθριτόλη έχει καθαρτική επίδραση, αλλά σε υψηλότερη δόση από τις άλλες πολυόλες.

  • υπακτικός

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " laxerende " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "laxerende" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη