Μετάφραση του "ledigheid" σε Ελληνικά

Το αδράνεια είναι η μετάφραση του "ledigheid" σε Ελληνικά.

ledigheid

De toestand van leeg te zijn.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδράνεια

    noun feminine

    Ledigheid is de moeder van alle ondeugden, kapitein.

    Η αδράνεια είναι η μητέρα όλων των ελαττωμάτων, Κάπτεν

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ledigheid " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ledigheid" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη