Μετάφραση του "leeftijd" σε Ελληνικά
Οι ηλικία, ετών, Ηλικία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "leeftijd" σε Ελληνικά.
leeftijd
noun
masculine
γραμματική
de tijd dat iemand leeft of geleefd heeft, het totaal aantal levensjaren [..]
-
ηλικία
noun feminineDe periode van tijd die een persoon, dier of plant heeft geleefd of verwacht wordt te leven.
Hij is gestorven op de leeftijd van zeventig jaar.
Πέθανε σε ηλικία 70 ετών.
-
ετών
nounDe gemiddelde leeftijd van de bemanningsleden is 19 jaar.
Ο μέσος όρος ηλικίας των μελών του πληρώματος αυτού του πλοίου είναι 19 ετών.
-
Ηλικία
Hij is gestorven op de leeftijd van zeventig jaar.
Πέθανε σε ηλικία 70 ετών.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " leeftijd " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "leeftijd" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εκλογική ενηλικιότητα
-
διακρίσεις λόγω ηλικίας
-
πληθυσμός σε ηλικία απασχόλησης
-
σχολική ηλικία
-
Κατάλληλο για όλους
-
ηλικία του σύμπαντος
-
θάνατος στη νεολαία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη