Μετάφραση του "lef" σε Ελληνικά

Οι θράσος, κότσια, θάρρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lef" σε Ελληνικά.

lef noun masculine γραμματική

branie, moed [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • θράσος

    noun neuter

    Hij had vanmiddag het lef mij te vertellen dat ik een probleem had.

    Σήμερα το απόγευμα είχε το θράσος να μου πει ότι εγώ είμαι αυτή που έχει το πρόβλημα.

  • κότσια

    noun n-p

    Als je'n beetje lef had, zou je stelen als beroep.

    Aν είχες κότσια, θα'βγαζες το ψωμί σου κλέβοντας.

  • θάρρος

    noun neuter

    Iemand die het zat is, met gezond verstand en met lef om het uit te spreken.

    Κάποιος μπουχτισμένος, οπλισμένος με κοινή λογική και το θάρρος να μιλήσει.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • άντερα
    • τόλμη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lef " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lef" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη