Μετάφραση του "lemma" σε Ελληνικά

Οι λήμμα, το λήμμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lemma" σε Ελληνικά.

lemma

het eerste woord van een artikel in een woordenboek of encyclopedie [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • λήμμα

    noun neuter

    13 – Gegevens uit de Encyclopaedia Britannica, lemma „pregnancy”, blz.

    13 – Στοιχεία από την εγκυκλοπαίδεια Britannica, στο λήμμα «pregnancy», σ.

  • το λήμμα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lemma " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lemma" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη