Μετάφραση του "lepel" σε Ελληνικά

Οι κουτάλι, κουταλιά, κοχλιάριο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lepel" σε Ελληνικά.

lepel noun masculine γραμματική

een voorwerp bestaande uit een greep en een kom(metje), waarmee vloeibaar voedsel wordt gegeten [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κουτάλι

    noun neuter

    Een instrument om mee te het eten of eten op te dienen, een kleine kom met een lang recht handvat. [..]

    Kun je nog een lepel brengen, in geval hij het niet opkan?

    Μπορείς να μας φέρεις ένα άλλο κουτάλι, σε περίπτωση που δεν μπορεί να το τελειώσει?

  • κουταλιά

    noun feminine

    Neem niet meer dan een lepel per dag.

    Αλλά δεν θα πάρεις περισσότερο από μια κουταλιά μια ημέρα.

  • κοχλιάριο

    - Lepel of glazen staaf voor het roeren van de digestievloeistof.

    - κοχλιάριο ή υάλινη ράβδος για την ανάδευση του υγρού πέψεως στο ποτήριο,

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κοχλιάριον
    • χουλιάρι
    • Κουτάλι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lepel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "lepel"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lepel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη