Μετάφραση του "leren" σε Ελληνικά
Οι διδάσκω, μαθαίνω, μάθηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "leren" σε Ελληνικά.
kennis of vaardigheid verwerven [..]
-
διδάσκω
verbWie leert jou Frans?
Ποιος σε διδάσκει Γαλλικά;
-
μαθαίνω
verbkennis of vaardigheid verwerven [..]
We kunnen de geschiedenis niet veranderen, maar we kunnen er wel van leren.
Δεν μπορούμε να αλλάξουμε την ιστορία, αλλά μπορούμε να μάθουμε από αυτή.
-
μάθηση
nounOok instellingen voor hoger onderwijs hebben een verantwoordelijkheid op het gebied van levenslang leren.
Η ανώτατη εκπαίδευση πρέπει να αναλάβει μέρος της ευθύνης για τη δια βίου μάθηση.
-
Μάθηση
biologisch proces
Ook instellingen voor hoger onderwijs hebben een verantwoordelijkheid op het gebied van levenslang leren.
Η ανώτατη εκπαίδευση πρέπει να αναλάβει μέρος της ευθύνης για τη δια βίου μάθηση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " leren " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "leren" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διδάσκω
-
-λογία
-
λόγιος · πολυμαθής
-
αυτόματη εκμάθηση
-
Μηχανική μάθηση
-
απομνημονεύω
-
γνωρίζω
-
αιματολογία