Μετάφραση του "lethargie" σε Ελληνικά
Οι λήθαργος, ληθαργία, καταπόνηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lethargie" σε Ελληνικά.
lethargie
een toestand van geestelijke ongevoeligheid
-
λήθαργος
noun masculineDe meest voorkomende effecten waren hoesten, overgeven en lethargie of sufheid.
Τα συνηθέστερα συμπτώματα ήταν βήχας, εμετοί και λήθαργος ή ζάλη.
-
ληθαργία
noun -
καταπόνηση
feminine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κούραση
- κόπος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lethargie " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη