Μετάφραση του "leunen" σε Ελληνικά
Οι γέρνω, κλίνω, σκύβω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "leunen" σε Ελληνικά.
leunen
verb
γραμματική
steunen, het evenwicht bewaren door het eigen gewicht deels door iets anders te laten steunen
-
γέρνω
verbEen boom valt in de richting waarin hij leunt.
Ένα δέντρο πέφτει προς τα εκεί που γέρνει.
-
κλίνω
verbWe kunnen leunen op hun gebrek aan communicatie.
Κοίτα... μπορούμε να κλίνει σχετικά με την έλλειψη επικοινωνίας τους.
-
σκύβω
verbVoorover leunen en gaan.
Σκύβω και τρέχω, το'πιασα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ακουμπώ
- στηρίζομαι
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " leunen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη