Μετάφραση του "leven" σε Ελληνικά

Οι ζωή, ζω, βιώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "leven" σε Ελληνικά.

leven verb noun neuter γραμματική

het doormaken van het leven [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ζωή

    noun feminine

    χαρακτηριστικό που διακρίνει αντικείμενα που έχουν σηματοδότηση και αυτοδιατηρούμενες λειτουργίες από αυτά που δεν έχουν [..]

    Zijn vader wijdde zijn leven aan de wetenschap.

    Ο πατέρας του αφιέρωσε τη ζωή του στην επιστήμη.

  • ζω

    verb

    het doormaken van het leven [..]

    Mijn vader leeft op de buiten.

    Ο πατέρας μου ζει στην ύπαιθρο.

  • βιώνω

    verb

    Maar ik leef er nog steeds mee alsof het gisteren was.

    Όμως, ακόμα το βιώνω σαν να συνέβη χθες.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βίος
    • πλάση
    • ζήση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " leven " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Leven
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ζωή

    proper

    Zijn vader wijdde zijn leven aan de wetenschap.

    Ο πατέρας του αφιέρωσε τη ζωή του στην επιστήμη.

Φράσεις παρόμοιες με "leven" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "leven" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη