Μετάφραση του "levensduur" σε Ελληνικά

Οι διάρκεια ζωής, βίος, μακροζωία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "levensduur" σε Ελληνικά.

levensduur noun masculine γραμματική

De duur van het leven van iemand of iets.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • διάρκεια ζωής

    noun feminine

    De nominale levensduur van de lamp in uur (niet hoger dan de opgegeven levensduur

    Ονομαστική διάρκεια ζωής του λαμπτήρα, σε ώρες (όχι μεγαλύτερη από τη διαβαθμισμένη διάρκεια ζωής

  • βίος

    noun masculine

    De fabrikant dient ten genoegen van de keuringsinstantie aan te tonen dat de aangegeven nuttige levensduur de juiste is.

    Ο κατασκευαστής πρέπει να πείθει με ικανοποιητικό τρόπο την αρχή εγκρίσεων ότι ο δηλούμενος ωφέλιμος βίος είναι κατάλληλος.

  • μακροζωία

    noun feminine

    Dit wordt bevestigd door de lange levensduur van de mensen destijds.

    Αυτό επιβεβαιώνεται από τη μακροζωία των ανθρώπων τότε.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μακροημέρευση
    • Χρόνος ζωής
    • μακροβιότητα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " levensduur " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "levensduur" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "levensduur" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη