Μετάφραση του "leverancier" σε Ελληνικά
Οι προμηθευτής, παροχός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "leverancier" σε Ελληνικά.
leverancier
noun
masculine
γραμματική
Bedrijf dat of persoon die goederen en/of diensten levert aan bedrijven, organisaties of consumenten.
-
προμηθευτής
noun masculineToulouse is de belangrijkste leverancier van onze wapens.
Η Τουλούζ είναι ο κύριος προμηθευτής όπλων για τα στρατεύματά μας.
-
παροχός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " leverancier " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "leverancier" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Αξιολόγηση και εδραίωση προμηθευτών
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη