Μετάφραση του "licht" σε Ελληνικά

Οι φως, αχνός, φωτεινός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "licht" σε Ελληνικά.

licht adjective noun verb neuter γραμματική

Alles, natuurlijk of kunstmatig, wat licht produceert. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • φως

    noun neuter

    Elektromagnetische golven [..]

    Mag ik het licht uitdoen?

    Μπορώ να σβήσω το φως;

  • αχνός

    adjective

    Helder van kleur.

  • φωτεινός

    επίθετο αρσενικός

    Ik heb gedrukt op de knop die ik in wilde drukken en er verscheen een blauw lichtje.

    Πίεσα το πλήκτρο που ήθελα να πιέσω και εμφανίστηκε η γαλάζια φωτεινή ένδειξη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ανοιχτός
    • αίθριος
    • αβαθής
    • φώς
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " licht " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "licht"

Φράσεις παρόμοιες με "licht" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "licht" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη