Μετάφραση του "lief" σε Ελληνικά

Οι αγαπητός, αγαπημένος, αγαθός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lief" σε Ελληνικά.

lief adjective noun neuter γραμματική

vriendelijk, zachtaardig [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγαπητός

    adjective masculine

    Ik vraag mij af hoe mijn lieve, engelachtige broeder aan zo'n goddeloos slim idee kwam.

    Αναρωτιέμαι πώς ο αγαπητός αδερφός μου είχε μία τόσο κακόβουλα έξυπνη ιδέα.

  • αγαπημένος

    adjective masculine

    En hij zal altijd mijn lieve zoon zijn.

    Και για μένα, θα ναι πάντα ο αγαπημένος μου γιος.

  • αγαθός

    adjective masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μειλίχιος
    • πράος
    • αδελφικός
    • γκόμενος
    • φίλτατος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lief " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "lief" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lief" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη