Μετάφραση του "lijnstuk" σε Ελληνικά
Οι γραμμή, Ευθύγραμμο τμήμα, ευθύγραμμο τμήμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lijnstuk" σε Ελληνικά.
lijnstuk
noun
neuter
γραμματική
-
γραμμή
noun feminine -
Ευθύγραμμο τμήμα
deel van een lijn, door twee punten begrenst
Een lijn door een gegeven punt en evenwijdig aan een gegeven andere lijn of lijnstuk
Μια ευθεία που περνά από ένα σημείο, και είναι παράλληλη σε κάποια άλλη ευθεία ή ευθύγραμμο τμήμα
-
ευθύγραμμο τμήμα
Een lijn door een gegeven punt en evenwijdig aan een gegeven andere lijn of lijnstuk
Μια ευθεία που περνά από ένα σημείο, και είναι παράλληλη σε κάποια άλλη ευθεία ή ευθύγραμμο τμήμα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lijnstuk " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη