Μετάφραση του "linnen" σε Ελληνικά
Το λινό είναι η μετάφραση του "linnen" σε Ελληνικά.
linnen
adjective
noun
neuter
γραμματική
product afkomstig uit vlas [..]
-
λινό
noun neuterMateriaal gemaakt van de vezels van de vlasplant.
Hun huid is mooi, zoals een linnen kleed en hun haar is de kleur van de nacht.
Το δέρμα του είναι λεπτό, σαν λινό ύφασμα, και τα μαλλιά του έχουν το χρώμα της νύχτας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " linnen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "linnen"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη