Μετάφραση του "los" σε Ελληνικά
Οι ελεύθερος, ακατάστατος, λύγκας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "los" σε Ελληνικά.
los
adjective
noun
verb
masculine
γραμματική
Niet verbonden.
-
ελεύθερος
adjective masculineελεύθερος από περιορισμούς ή ξενική κατοχή ή τυραννικό καθεστώς
Nu is zijn cipier weg en hij loopt los.
Τώρα ο φύλακας του έφυγε και είναι ελεύθερος.
-
ακατάστατος
adjective -
λύγκας
noun masculine -
ανεμπόδιστος
adjective masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " los " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "los" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
λος άντζελες
-
Λος Άντζελες
-
Κατάλογος επεισοδίων του Οι Αγνοούμενοι
-
Κάρλος της Μαδρίτης
-
Οι Αγνοούμενοι
-
χαλαρώνω
-
αμέριμνος
-
ελεύθερος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη