Μετάφραση του "los" σε Ελληνικά

Οι ελεύθερος, ακατάστατος, λύγκας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "los" σε Ελληνικά.

los adjective noun verb masculine γραμματική

Niet verbonden.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ελεύθερος

    adjective masculine

    ελεύθερος από περιορισμούς ή ξενική κατοχή ή τυραννικό καθεστώς

    Nu is zijn cipier weg en hij loopt los.

    Τώρα ο φύλακας του έφυγε και είναι ελεύθερος.

  • ακατάστατος

    adjective
  • λύγκας

    noun masculine
  • ανεμπόδιστος

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " los " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "los" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "los" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη