Μετάφραση του "maandag" σε Ελληνικά

Οι Δευτέρα, Δευτέρη, δευτέρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "maandag" σε Ελληνικά.

maandag noun masculine γραμματική

een dag van de week, de eerste dag na het weekeinde [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Δευτέρα

    noun proper feminine

    μέρα της εβδομάδας [..]

    Ik werk niet op maandag.

    Δε δουλεύω τη Δευτέρα.

  • Δευτέρη

    Ik werk niet op maandag.

    Δε δουλεύω τη Δευτέρα.

  • δευτέρα

    noun

    Ik werk niet op maandag.

    Δε δουλεύω τη Δευτέρα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " maandag " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Maandag
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Δευτέρα

    proper feminine

    Ik werk niet op maandag.

    Δε δουλεύω τη Δευτέρα.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "maandag" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη