Μετάφραση του "malen" σε Ελληνικά

Οι αλέθω, άλεση, λείανση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "malen" σε Ελληνικά.

malen verb noun γραμματική

Reduceren tot poeder of kleine fragmenten. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλέθω

    verb

    Ik sta al de hele dag te malen, dus ik weet niet welke organen... in welk vel zitten.

    Τα αλέθω όλη μέρα, οπότε δεν ξέρω ποιο κρέας οργάνου είναι σε κάθε εντερικό περίβλημα.

  • άλεση

    Noun

    Reduceren tot poeder of kleine fragmenten.

    In de natuur voorkomend mineraal verkregen door het malen van kwartsmateriaal.

    Φυσική ανόργανη ουσία που λαμβάνεται με άλεση πηγών χαλαζία.

  • λείανση

    Reduceren tot poeder of kleine fragmenten.

    drogen, malen en zagen

    ξήρανση, λείανση και πριόνισμα

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πολτοποίηση
    • τρίβω
    • τρόχισμα
    • ισοπέδωση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " malen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "malen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "malen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη