Μετάφραση του "man" σε Ελληνικά

Οι άνδρας, σύζυγος, άντρας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "man" σε Ελληνικά.

man noun masculine γραμματική

persoon van het mannelijk geslacht [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • άνδρας

    noun masculine

    αρσενικός άνθρωπος

    De man is jong.

    Ο άνδρας είναι νέος.

  • σύζυγος

    noun masculine

    De mannelijke partner in een huwelijk of huwelijksrelatie.

    Maria houdt niet van haar man.

    Η Μαίρη δεν αγαπάει τον σύζυγό της.

  • άντρας

    noun masculine

    De mannelijke partner in een huwelijk of huwelijksrelatie.

    De man eet brood.

    Ο άντρας τρώει ψωμί.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αρσενικός
    • άνθρωπος
    • άρρενας
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " man " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Man proper γραμματική

Man (eiland)

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Νήσος Μαν

    Het eiland Man ligt midden in de Ierse Zee.

    Η Νήσος Μαν ευρίσκεται στο μέσο της θάλασσας της Ιρλανδίας.

  • Νήσος του Μαν

    Proper noun feminine

    Man (eiland)

    Eiland Man of één van die nieuwe oorden, zoals Timor.

    Νήσος του Μαν ή κάποιο απ'αυτά τα νέα μέρη, όπως το Τιμόρ.

Εικόνες με "man"

Φράσεις παρόμοιες με "man" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "man" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη