Μετάφραση του "mandaat" σε Ελληνικά

Οι άδεια, εντολή, αιρετό αξίωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mandaat" σε Ελληνικά.

mandaat noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • άδεια

    noun feminine
  • εντολή

    noun feminine

    Fabrikanten kunnen door middel van een schriftelijk mandaat een gemachtigde aanstellen.

    Oι κατασκευαστές μπορούν να ορίσουν, με γραπτή εντολή, εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο.

  • αιρετό αξίωμα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mandaat " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "mandaat" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mandaat" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη