Μετάφραση του "manoeuvre" σε Ελληνικά

Οι ελιγμός, στρατήγημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "manoeuvre" σε Ελληνικά.

manoeuvre
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ελιγμός

    noun masculine

    Een dergelijk „manoeuvre” zou immers, gelet op de aan de oproeping voorafgaande feiten, als misbruik moeten worden aangemerkt.

    Ειδικότερα, ένας τέτοιος «ελιγμός» πρέπει να χαρακτηρισθεί ως καταχρηστικός, δεδομένων των πραγματικών περιστατικών που προηγήθηκαν της κλητεύσεως.

  • στρατήγημα

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " manoeuvre " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "manoeuvre" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη