Μετάφραση του "marketing" σε Ελληνικά
Οι μάρκετινγκ, Μάρκετινγκ, εμπορία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "marketing" σε Ελληνικά.
-
μάρκετινγκ
noun neuterDe eerste brengen doorgaans hogere verkoopkosten met zich mee, vooral voor marketing en reclame, maar leveren ook hogere verkoopprijzen op.
Η πρώτη κατηγορία πωλήσεων συνεπάγεται, συνήθως, μεγαλύτερα έξοδα μάρκετινγκ και διαφήμισης, όπως επίσης και υψηλότερες τιμές πώλησης.
-
Μάρκετινγκ
communiceren van een product of dienst aan de doelgroep
De eerste brengen doorgaans hogere verkoopkosten met zich mee, vooral voor marketing en reclame, maar leveren ook hogere verkoopprijzen op.
Η πρώτη κατηγορία πωλήσεων συνεπάγεται, συνήθως, μεγαλύτερα έξοδα μάρκετινγκ και διαφήμισης, όπως επίσης και υψηλότερες τιμές πώλησης.
-
εμπορία
noun feminineVolgens hun marketing zijn hun bedrijven een paradijs voor koeien.
Σύμφωνα με την εμπορία γεωργικών εκμεταλλεύσεων τους είναι μια όαση για τις αγελάδες.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αγοραστική
- διάθεση στην αγορά
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " marketing " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "marketing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
gr
-
Άμεσο μάρκετινγκ