Μετάφραση του "marmer" σε Ελληνικά

Το μάρμαρο είναι η μετάφραση του "marmer" σε Ελληνικά.

marmer noun verb neuter γραμματική

een fijnkorrelige getransformeerde kalksteen dat gepolijst gebruikt wordt in de bouw- en de beeldhouwkunst

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μάρμαρο

    noun neuter

    πέτρωμα

    Onder deze groep vallen ook kunststenen en verdicht marmer.

    Η εν λόγω κατηγορία περιλαμβάνει επίσης τις τεχνητές πέτρες και το συμπαγές μάρμαρο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " marmer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "marmer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη