Μετάφραση του "massa" σε Ελληνικά

Οι μάζα, λαός, σύνολο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "massa" σε Ελληνικά.

massa noun masculine γραμματική

De totale hoeveelheid materie in een object, bepaald aan de hand van de graviteit of door de inertie van dat object. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μάζα

    noun feminine

    natuurkunde [..]

    Dit wordt omschreven als de massa van de producten zelf zonder de onmiddellijke verpakkingen of andere verpakkingen.

    Καθορίζεται ως η μάζα των προϊόντων χωρίς τις άμεσες πρώτες συσκευασίες τους ούτε άλλες συσκευασίες.

  • λαός

    noun masculine

    Daarom noemen wij de religie het opium van de massa.

    Αυτός είναι ο λόγος που λέμε πως η θρησκεία είναι όπιουμ για το λαό.

  • σύνολο

    noun neuter

    Dit betekent dat de massa verschillende nationale formulieren nu wordt vervangen door een gemeenschappelijk geheel van formulieren.

    Αυτό σημαίνει ότι η πληθώρα των διαφόρων εθνικών εντύπων θα αντικατασταθεί πλέον από ένα κοινό σύνολο εντύπων.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μάζες
    • πλήθος
    • όχλος
    • σώμα
    • εσμός
    • στίφος
    • γραμματολογία
    • οργάνωση
    • Λάος
    • ορδή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " massa " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "massa" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "massa" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη