Μετάφραση του "matten" σε Ελληνικά

Το τσακώνομαι είναι η μετάφραση του "matten" σε Ελληνικά.

matten verb noun γραμματική

Betrokken zijn in een fysieke confrontatie.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • τσακώνομαι

    verb

    Betrokken zijn in een fysieke confrontatie.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " matten " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "matten" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • mat
    θαμπός · θολός · ματ · σκοτεινός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "matten" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη