Μετάφραση του "mechanisch" σε Ελληνικά
Οι μηχανικός, αυτόματος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mechanisch" σε Ελληνικά.
mechanisch
adjective
γραμματική
met betrekking op de mechanica, machinaal, automatisch zonder na te denken [..]
-
μηχανικός
adjective masculineDe apparatuur en de voorzieningen moeten op fysieke of mechanische wijze worden gereinigd.
Ο καθαρισμός του εξοπλισμού και των εγκαταστάσεων πραγματοποιείται με φυσικά ή μηχανικά μέτρα.
-
αυτόματος
adjective masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " mechanisch " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "mechanisch" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μηχανουργία
-
μόχλευση
-
μηχανικός αισθητήρας
-
μηχανικά υλικά
-
μηχανική ενέργεια
-
Τάση
-
Μηχανική ισορροπία
-
μηχανική δόνηση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη