Μετάφραση του "medewerker" σε Ελληνικά
Οι υπάλληλος, συνεργάτης, συμβάλλων είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "medewerker" σε Ελληνικά.
medewerker
noun
masculine
γραμματική
-
υπάλληλος
noun commonDe medewerker zei dat Celia op zoek was naar babykleding.
Ο υπάλληλος είπε πως η Σίλια ψώνιζε μωρουδίστικα ρούχα.
-
συνεργάτης
noun masculineLijkt al meerdere jaren een medewerker te zijn geweest van Massey.
Από ότι φαίνεται είναι χρόνια συνεργάτης του Μάσεϊ.
-
συμβάλλων
De contractpartijen zullen deze medewerkers overeenkomstig deze overeenkomst tot geheimhouding verplichten.
Τα συμβαλλόμενα μέρη επιβάλλουν στους συνεργάτες τους υποχρέωση εχεμύθειας, βάσει της παρούσας συμφωνίας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " medewerker " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "medewerker" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αντιπρόσωπος υπηρεσίας εξυπηρέτησης πελατών
-
επιτελείο · προσωπικό
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη