Μετάφραση του "meervoud" σε Ελληνικά
Το πληθυντικός είναι η μετάφραση του "meervoud" σε Ελληνικά.
meervoud
noun
neuter
γραμματική
Woord dat in die vorm aan meerdere voorwerpen, mensen of dieren refereert
-
πληθυντικός
noun masculineγραμματικός αριθμός [..]
Van nu af aan is " vissen " het meervoud van vissen.
Στο εξής, ο πληθυντικός τού ψαριού είναι τα " ψάργια ".
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " meervoud " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη