Μετάφραση του "meester" σε Ελληνικά

Οι δάσκαλος, μάστορας, κύριος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "meester" σε Ελληνικά.

meester noun masculine γραμματική

Een persoon, voornamelijk een muzikant, met een meesterlijke bekwaamheid, techniek, of persoonlijke stijl.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • δάσκαλος

    noun masculine

    Hij zal mijn kennis bezitten. Als hij ouder is, zal hij'n meester zijn.

    Θα ξέρει όσα ξέρω κι όταν μεγαλώσει θα γίνει δάσκαλος.

  • μάστορας

    noun masculine

    Gewoonlijk ben je een meester in het verbergen van je gevoelens.

    Συνήθως είσαι μάστορας στο να κρύβεις τα αισθήματά σου.

  • κύριος

    noun masculine

    Hij is geen meester over leven en dood.

    Δεν είναι κύριος της ζωής και του θανάτου!

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αριστοτέχνης
    • δεσπότης
    • φιλότεχνος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " meester " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Meester

Meester (schaken)

+ Προσθήκη

"Meester" στο λεξικό Ολλανδικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Meester στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "meester" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "meester" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη