Μετάφραση του "mengsel" σε Ελληνικά

Οι μίγμα, μείγμα, Μίγμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mengsel" σε Ελληνικά.

mengsel noun neuter γραμματική

(scheikunde); een combinatie van twee of meer verschillende chemische stoffen die door elkaar worden gemengd zonder dat daarbij de moleculen hun identiteit verliezen. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μίγμα

    noun neuter

    Filtreer het mengsel door een Goochkroes , waarvan de bodem bedekt is met filtreerpapier van glasvezel .

    Διηθούμε το μίγμα σε κάψα διηθήσεως Gooch , της οποίας η βάση καλύπτεται με φίλτρο από υαλοβάμβακα .

  • μείγμα

    noun neuter

    Vóór de analyse moet worden vastgesteld welke vezels in het mengsel aanwezig zijn.

    Οι ίνες που υπάρχουν στο μείγμα πρέπει να αναγνωρισθούν πριν να γίνουν οι αναλύσεις.

  • Μίγμα

    Filtreer het mengsel door een Goochkroes , waarvan de bodem bedekt is met filtreerpapier van glasvezel .

    Διηθούμε το μίγμα σε κάψα διηθήσεως Gooch , της οποίας η βάση καλύπτεται με φίλτρο από υαλοβάμβακα .

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mengsel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "mengsel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mengsel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη