Μετάφραση του "mensen" σε Ελληνικά

Οι κόσμος, άνθρωποι, άνθρωπος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mensen" σε Ελληνικά.

mensen noun

De eenvoudige, gewone mensen; de massa. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κόσμος

    noun masculine

    Mij maakt het niet uit wat de mensen zeggen.

    Δε με νοιάζει τι λέει ο κόσμος.

  • άνθρωποι

    noun masculine

    We leren uit ervaring dat mensen nooit iets leren uit ervaring.

    Μαθαίνουμε από πείρα, πως οι άνθρωποι δε μαθαίνουν ποτέ τίποτα από την πείρα.

  • άνθρωπος

    noun masculine

    Hij ziet er een goed mens uit.

    Αυτός φαίνεται καλός άνθρωπος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mensen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "mensen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mensen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη