Μετάφραση του "merken" σε Ελληνικά

Οι αιχμαλωτίζω, σημειώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "merken" σε Ελληνικά.

merken verb noun γραμματική

iets waarnemen of herkennen [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αιχμαλωτίζω

    verb
  • σημειώνω

    verb

    Ik merk overigens op dat een dergelijk specificatie in het hybride besluit niet voorkomt.

    Επιπλέον, σημειώνω ότι μια τέτοια διευκρίνιση δεν περιέχεται στην υβριδική απόφαση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " merken " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "merken" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "merken" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη