Μετάφραση του "metaal" σε Ελληνικά
Οι μέταλλο, μέταλλα, Μεταλλικότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "metaal" σε Ελληνικά.
Een opaak gekristalliseerd materiaal gewoonlijk zeer sterk; geschikt voor het geleiden en weerkaatsen van elektriciteit en warmte. [..]
-
μέταλλο
noun neuterieder element dat gekenmerkt wordt door glans en het vermogen om warmte en elektriciteit te geleiden
Er moet wat metaal ergens liggen, dat we kunnen gebruiken om dit ding van een huid te voorzien.
Πρέπει να υπάρχει κάπου λίγο έξτρα μέταλλο που να μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε για να " ντύσουμε " αυτό το πράγμα.
-
μέταλλα
nounEen opaak gekristalliseerd materiaal gewoonlijk zeer sterk; geschikt voor het geleiden en weerkaatsen van elektriciteit en warmte.
In de waterbehandelingseenheid doet de toevoeging van kalk zware metalen en sulfaten neerslaan.
Τα βαρέα μέταλλα και τα θειικά άλατα κατακρημνίζονται με την προσθήκη ασβέστη στη μονάδα επεξεργασίας ύδατος.
-
Μεταλλικότητα
astronomie
-
Μέταλλα
In de waterbehandelingseenheid doet de toevoeging van kalk zware metalen en sulfaten neerslaan.
Τα βαρέα μέταλλα και τα θειικά άλατα κατακρημνίζονται με την προσθήκη ασβέστη στη μονάδα επεξεργασίας ύδατος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " metaal " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "metaal"
Φράσεις παρόμοιες με "metaal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Τοξικά βαρέα μέταλλα
-
Αμέταλλα · μη μέταλλα
-
εξαγωγή μετάλλου από ορυκτό με τήξη
-
ρύπανση από μέταλλα
-
ευγενή μέταλλα
-
φορτίο βαρέων μετάλλων
-
μεταλλική επίπλωση
-
ειδικό μέταλλο