Μετάφραση του "methanol" σε Ελληνικά

Οι μεθανόλη, Μεθανόλη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "methanol" σε Ελληνικά.

methanol noun masculine γραμματική

Kleurloze, giftige en ontvlambare vloeistof en eenwaardig alcohol met formule CH3OH.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μεθανόλη

    noun feminine

    Kleurloze, giftige en ontvlambare vloeistof en eenwaardig alcohol met formule CH3OH.

    Voor één project werd vastgesteld dat het geen betrekking had op het betrokken product, maar op methanol.

    Για ένα έργο διαπιστώθηκε ότι δεν αφορούσε το υπό εξέταση προϊόν αλλά τη μεθανόλη.

  • Μεθανόλη

    chemische stof

    Voor één project werd vastgesteld dat het geen betrekking had op het betrokken product, maar op methanol.

    Για ένα έργο διαπιστώθηκε ότι δεν αφορούσε το υπό εξέταση προϊόν αλλά τη μεθανόλη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " methanol " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "methanol" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη