Μετάφραση του "middel" σε Ελληνικά
Οι πόρος, φάρμακο, μέση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "middel" σε Ελληνικά.
middel
noun
neuter
γραμματική
iets met behulp waarvan een doel bereikt kan worden
-
πόρος
noun masculineDe financiële middelen worden toegekend voor de programma's als geheel en zijn niet bestemd voor bepaalde regio's.
Οι χρηματοδοτικοί πόροι χορηγούνται στο σύνολο των προγραμμάτων και δεν έχουν περιφερειακό χαρακτήρα.
-
φάρμακο
noun neuterEn het is uren geleden dat we dat middel kregen.
Εκτός αυτού, πήραμε αυτό το φάρμακο, όπως ώρες πριν έτσι κι αλλιώς.
-
μέση
noun feminineHet doel heiligt de middelen.
Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα.
-
μέσα
adjective adverbHet doel heiligt de middelen.
Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " middel " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "middel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πυρίμαχο (πυράντοχο) μέσο
-
πρόσθετοι πόροι
-
τονωτικό
-
ίδιοι πόροι
-
διευθυνσιοδότηση λογικών μπλοκ
-
ηρεμιστικό
-
Διεθνές Όργανο Ελέγχου των Ναρκωτικών
-
απολυμαντικό
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη