Μετάφραση του "mik" σε Ελληνικά

Οι ψωμί, καρβέλι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mik" σε Ελληνικά.

mik noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ψωμί

    noun neuter
  • καρβέλι

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mik " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "mik" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • σημαδεύω · σκοπεύω · στρέφω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mik" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη