Μετάφραση του "minderheid" σε Ελληνικά

Οι μειονότητα, μειοψηφία, Μειονότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "minderheid" σε Ελληνικά.

minderheid noun feminine γραμματική

een groep die binnen een groter geheel in aantal minder dan de helft uitmaakt

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μειονότητα

    noun feminine

    Het is onze plicht er voor te zorgen dat deze minderheid wordt erkend als een volwaardige Europese minderheid.

    Πρέπει να διασφαλίσουμε ότι αυτή η μειονότητα θα αναγνωρίζεται ως Ευρωπαϊκή μειονότητα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

  • μειοψηφία

    noun

    Eén minderheid is het niet eens, terwijl een andere minderheid zich onthoudt.

    Μια μειοψηφία διαφωνεί, ενώ μια άλλη μειοψηφία απέχει από την ψηφοφορία.

  • Μειονότητα

    Het is onze plicht er voor te zorgen dat deze minderheid wordt erkend als een volwaardige Europese minderheid.

    Πρέπει να διασφαλίσουμε ότι αυτή η μειονότητα θα αναγνωρίζεται ως Ευρωπαϊκή μειονότητα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " minderheid " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "minderheid" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "minderheid" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη