Μετάφραση του "moedig" σε Ελληνικά

Οι θαρραλέος, τολμηρός, γενναίος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "moedig" σε Ελληνικά.

moedig adjective γραμματική

geen angst voor gevaar tonend [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • θαρραλέος

    adjective masculine

    geen angst voor gevaar tonend

    Zij is een heel moedige, onafhankelijke vrouw, en ik moet zeggen dat zij een uitstekend verslag heeft opgesteld.

    Πρόκειται για μια εξαιρετικά θαρραλέα, ανεξάρτητη κυρία, και πρέπει να αναγνωρίσω ότι εκπόνησε μια εξαίρετη έκθεση.

  • τολμηρός

    adjective

    Onbevreesd, vaak roekeloos durvend.

    Je hebt een moedige entree in ons kleine drama gemaakt.

    Έκανες πολύ τολμηρή είσοδο στο μικρό μας δράμα.

  • γενναίος

    adjective masculine

    Maar Ben en ik gingen toch, om te kijken of we moedig genoeg waren.

    Αλλά ο Μπεν και εγώ πηγαίναμε για να δούμε αν ήταν αρκετά γενναίος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • γενναίο
    • ανδρείος
    • γενναία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " moedig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "moedig" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "moedig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη