Μετάφραση του "mogen" σε Ελληνικά

Οι αγαπώ, μπορώ, αγαπάω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mogen" σε Ελληνικά.

mogen verb γραμματική

Toestemming hebben. Gebruikt in toestemming verlenen en in vragen om beleefde verzoeken in te dienen. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγαπώ

    verb

    Niet dat ik de man niet mocht, maar het is moeilijk om een hypocriet te respecteren.

    Κοιτάξτε, δεν είναι ότι δεν τον αγαπώ αλλά είναι δύσκολο να σέβεσαι έναν υποκριτή.

  • μπορώ

    verb

    Je mag schrijven in welke taal je maar wilt. Hier op Tatoeba zijn alle talen gelijk.

    Μπορείτε να γράψετε σε οποιαδήποτε γλώσσα θέλετε. Στην Τατοέμπα όλες οι γλώσσες είναι ίσες.

  • αγαπάω

    verb

    Ik mag je, Mac, maar ik ga geen koffie voor je halen.

    Σε αγαπάω Μακ αλλά δε θα σου φτιάχνω τον καφέ.

  • επιτρέπεται

    verb

    Deze gegevens mogen echter alleen worden verstrekt wanneer zulks ter wille van het bedrijfseconomische toezicht nodig blijkt.

    Ωστόσο, η παροχή αυτών των πληροφοριών επιτρέπεται μόνον εφόσον αυτό είναι αναγκαίο για λόγους προληπτικού ελέγχου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mogen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "mogen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mogen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη