Μετάφραση του "monnik" σε Ελληνικά

Οι μοναχός, καλόγερος, Μοναχός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "monnik" σε Ελληνικά.

monnik noun masculine γραμματική

een man die uit religieuze overwegingen teruggetrokken leeft, voornamelijk in een klooster [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μοναχός

    noun masculine

    θρησκευτική ενασχόληση

    Tianbao, nu dat je een monnik bent... moet je de regels volgen.

    Tian Bao, τώρα που είσαι μοναχός, θα πρέπει να υπακούς τους κανόνες.

  • καλόγερος

    noun masculine

    Ik kan niet verlangen dat je als een monnik gaat leven.

    Δεν περιμένω να είσαι καλόγερος ενώ είσαι μακριά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " monnik " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Monnik
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μοναχός

    Zijn dat de Monniken?

    Οι Μοναχοί είναι αυτοί;

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "monnik" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη