Μετάφραση του "moraal" σε Ελληνικά
Το ηθικότητα είναι η μετάφραση του "moraal" σε Ελληνικά.
moraal
noun
feminine
γραμματική
-
ηθικότητα
NounGenoten door mannen, die gebonden zijn door de moraal van hun daden te beschuldigen.
Που απολαμβάνουν άντρες που δεσμεύονται από την εγκληματική ηθικότητα των πράξεών τους.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " moraal " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "moraal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ηθική της πολιτικής ζωής
-
δημόσια ήθη
-
Δύο μέτρα και δύο σταθμά
-
δύο μέτρα και δύο σταθμά
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη