Μετάφραση του "moslim" σε Ελληνικά
Οι Μουσουλμάνος, μουσουλμάνος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "moslim" σε Ελληνικά.
moslim
noun
masculine
γραμματική
een geloofsaanhanger van de islam
-
Μουσουλμάνος
noun masculineDit houdt onder meer in, dat iedereen die bij de wetgevende macht werkt moslim moet zijn.
Αυτό σημαίνει μεταξύ άλλων, ότι όποιος θέλει να συμμετάσχει στη νομοθετική εξουσία θα πρέπει να είναι Μουσουλμάνος.
-
μουσουλμάνος
noun masculineMensen die denken dat ik een terrorist ben omdat ik een moslim ben.
'νθρωποι που πιστεύουν ότι είμαι τρομοκράτης, επειδή είμαι μουσουλμάνος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " moslim " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "moslim" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Αχμαντίγια
-
Μουσουλμάνος · μουσουλμανικός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη