Μετάφραση του "motor" σε Ελληνικά

Οι κινητήρας, μηχανή, μοτοσικλέτα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "motor" σε Ελληνικά.

motor noun masculine γραμματική

krachtbron [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κινητήρας

    noun masculine

    Een machine waarin kracht toegepast word bij de conversie van allerlei vormen van energie in mechanische kracht en beweging.

    Voor door de motor aangedreven hulpmachines wordt niets afgetrokken.

    Δεν γίνεται καμιά μείωση για τα βοηθητικά μηχανήματα που κινεί ο κινητήρας.

  • μηχανή

    noun feminine

    Een machine waarin kracht toegepast word bij de conversie van allerlei vormen van energie in mechanische kracht en beweging.

    Tom startte de motor.

    Ο Τομ έβαλε μπρος τη μηχανή.

  • μοτοσικλέτα

    noun feminine

    Dit alles maakt de motor meer onstabiel en loopt wijd.

    Όλο αυτό κάνει την μοτοσικλέτα ασταθή και να ανοίγει την γραμμή της στην στροφή.

  • Κινητήρας

    Met zijn 300 pk V-12-motor erg geschikt als racewagen

    Κινητήρας V-12, ισχύς 300 ίππων, πολύ δυνατό αυτοκίνητο αγώνων

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " motor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "motor"

Φράσεις παρόμοιες με "motor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "motor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη