Μετάφραση του "naamgenoot" σε Ελληνικά
Οι συνονόματος, ομώνυμος, φερώνυμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "naamgenoot" σε Ελληνικά.
naamgenoot
noun
masculine
γραμματική
-
συνονόματος
Ironisch, aangezien zijn naamgenoot verantwoordelijk was... voor de introductie van de kunst van het brieven schrijven in de Europese cultuur.
Ειρωνικό καθώς ο συνονόματος του ήταν υπεύθυνος για την εισαγωγή της τέχνης της εξεζητημένης αλληλογραφίας στην Ευρωπαϊκή κουλτούρα.
-
ομώνυμος
adjective masculine -
φερώνυμος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " naamgenoot " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη