Μετάφραση του "naamval" σε Ελληνικά
Οι πτώση, πτώσις, περίπτωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "naamval" σε Ελληνικά.
naamval
noun
masculine
γραμματική
een buigingsvorm van een naamwoord, lidwoord of telwoord die de functie van dat woord in de zin aangeeft
-
πτώση
noun feminineγραμματική [..]
De zelfstandige naamwoorden worden naar naamval, geslacht en getal verbogen.
Τα ουσιαστικά κλίνονται κατά πτώση, γένος και αριθμό.
-
πτώσις
-
περίπτωση
noun feminine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- Πτώση
- κλίση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " naamval " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "naamval" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αιτιατική
-
ονομαστική · ὀνομαστική
-
δοτική πτώση
-
γενική
-
αφαιρετική
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη