Μετάφραση του "neutraliteit" σε Ελληνικά

Το ουδετερότητα είναι η μετάφραση του "neutraliteit" σε Ελληνικά.

neutraliteit noun feminine γραμματική

een onpartijdige houding aanhouden ten opzichte van twee partijen met een geschil

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ουδετερότητα

    Noun

    Eén gemeenschappelijk gegevensmodel zal de semantische interoperabiliteit vergemakkelijken en voor technologische neutraliteit zorgen.

    Ένα κοινό υπόδειγμα πληροφοριακών στοιχείων θα διευκολύνει τη σημασιολογική διαλειτουργικότητα και θα εξασφαλίσει τεχνολογική ουδετερότητα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " neutraliteit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "neutraliteit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη