Μετάφραση του "non" σε Ελληνικά

Οι καλόγρια, αδελφή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "non" σε Ελληνικά.

non noun feminine γραμματική

inwoonster van een vrouwenklooster [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • καλόγρια

    noun feminine

    Die vrouw zou een non kunnen laten vloeken.

    Αυτή η γυναίκα μπορεί να κάνει καλόγρια να ορκιστεί.

  • αδελφή

    noun feminine

    En dit is mijn beloning omdat ik een non doorgeprikt heb?

    Να τι παθαίνει όποιος ρίχvει βέλος σε μια αδελφή!

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " non " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "non" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "non" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη