Μετάφραση του "nood" σε Ελληνικά

Οι εξάρτηση, κίνδυνος, αναγκαιότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "nood" σε Ελληνικά.

nood noun masculine γραμματική

Een onprettig, normaliter plaatselijk fysiek gevoel dat vaak het resultaat is van een verwonding, ziekte of ander ongemak.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξάρτηση

    noun feminine
  • κίνδυνος

    noun masculine

    Robin was er alleen op uit toen hij een vrouw in nood zag.

    Ο Ρόμπιν ήταν μόνος του όταν βρήκε μια γυναίκα σε κίνδυνο.

  • αναγκαιότητα

    noun feminine

    Wanneer de patiënt een beroep doet op zorgverlening, bevredigt hij geen behoefte, maar handelt hij uit nood.

    Ο ασθενής που αναζητεί υπηρεσίες στον τομέα της υγείας δεν ικανοποεί κάποια επιθυμία, αλλά ανταποκρίνεται σε μια αναγκαιότητα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πόνος
    • άλγος
    • έκτακτη ανάγκη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " nood " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "nood" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "nood" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη